«Είμαστε ασυνεχή όντα, άτομα που πεθαί­νουν μόνα σε μια ακατανόητη περιπέτεια, αλλά έχουμε τη νοσταλγία της χαμένης συ­νέχειας», λέει ο Ζορζ Μπατάιγ ερωτισμός). Εμείς χα ασυνεχή «άτομα», ωστόσο, παρά την υπαρξιακή μας αυτάρκεια αποτελούμε συνέχεια του ζώου, αλλά και των ανθρώπων που έζησαν πριν από μας.

Ο άνθρωπος είναι, επίσης, μια συνέχεια της ανόργανης ύλης: τα «δομικά υλικά» που αποτελούν το «ασυνεχές» άτομο μας, το ξε­κομμένο από τη μεγάλη συνέχεια του σύ­μπαντος κόσμου, μας τα δανείζει η φύση και εν καιρώ μας τα παίρνει για να φτιάξει μ’ αυ­τά καινούργια ασυνεχή όντα. Όπως λέει ο Μποσουέ, «η φύση σχεδόν φθονεί το καλό που μας κάνει, συχνά μάς δηλώνει και μας δίνει να καταλάβουμε ότι δεν μπορεί να μας αφήσει για πολύ χρόνο τη λίγη ύλη που μας δανείζει, που δεν πρέπει να μείνει στα ίδια χέρια αλλά να μπαίνει αιώνια στο εμπόριο: τη χρειάζεται για άλλες δημιουργίες, την ξα­ναζητάει για άλλα έργα».

Κάθε ζωντανό πλάσμα είναι μια ολοκλη­ρωμένη «κλειστή δομή», όπως θα λέγαμε με όρους στρουκτουραλιστικούς, ένα «τέλειο ον» όπως θα λέγαμε με όρους θεολογικούς. Αλλά τούτο το κλείσιμο και τούτη η τελειό­τητα είναι που μπαίνουν εμπόδιο στον πόθο για συνέχεια, δηλαδή στον πόθο για την έ­νωση μας με τα άλλα όντα και με την ίδια .ρύση, με το Σύμπαν ή με τον Θεό, πράγμα που είναι το ίδιο σ’ ένα άλλο σύστημα ανα­φοράς, εμφανέστερα μεταφυσικό από εκείνο των ποιητών, δηλαδή αυτών που σοφίστη­καν τούτη τη συνέχεια που παρηγορεί στη αοναξιά την επιβεβλημένη απ’ το κλείσιμο στο κέλυφος της ατομικότητας μας, που ού­τε μοναδική ούτε ανεπανάληπτη είναι. (Άλλωστε, ο νόμος των πιθανοτήτων λέει πως μέσα στον ατέρμονα χρόνο τα μόρια της ύλης που αποτελούν το άτομο μπορούν να συνδυαστούν με τον ίδιο ακριβώς τρό­πο και να δημιουργήσουν τον ίδιο άνθρωπο. Η «αιώνια ζωή» είναι πρόβλημα αναδόμησης των ίδιων δομικών υλικών, που παραμέ­νουν σταθερά στη φύση.)

Για να αναδομηθεί μια κλειστή και «τελει­ωμένη» δομή — το σώμα που είναι μια τέτοια δομή —, πρέπει πρώτα να αποδομηθεί, να κα­τεδαφιστεί. Ο θάνατος είναι, βέβαια, ο ριζι­κός τρόπος αποδόμησης: κατεδαφιζόμεθα στην κυριολεξία. Η δομή —το σώμα μας— αποδίδει στη φύση τα δομικά της υλικά για να ξαναφτιαχτούν μ’ αυτά καινούργιες δομές, ίσως πιο καλές, όπως θα έλεγε ο Μποσουέ.

Αποδομητικές, κατεδαφιστικές λειτουρ­γίες επιτελεί και ο έρωτας. Ο πόθος για «έ­νωση των δύο κορμιών σε ένα» δεν είναι τί­ποτε περισσότερο από μια επιθυμία για διά­λυση των δύο δομών (των δύο κορμιών των δύο εραστών), ώστε να φτιαχτεί ένα και­νούργιο σώμα.

Ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο λέει, χρησιμο­ποιώντας άλλους όρους, αυτά που λέει κι ο Φρόιντ και που επαναλαμβάνει ποιητικά ο Μπατάιγ στον περίφημο Ερωτισμό, έργο ο­ριακό για τη μελέτη της σχέσης του έρωτα και του θανάτου: «Πρέπει να αντιλαμβανό­μαστε τον έρωτα και το θάνατο σαν μια συ­νέχεια και μια προέκταση του ενός στο άλλο, και τούτο μέσα σ’ έναν κύκλο που επανα­λαμβάνεται αιώνια, με την αμοιβαία μετα­τρεψιμότητα της ζωής σε θάνατο και του θα­νάτου σε ζωή».

Η φύση φτιάχνει ζωή απ’ το θάνατο διά του έρωτα. Περίπου τα ίδια λεν κι όλες οι θρησκείες και κυρίως ο χριστιανισμός: ο θά­νατος είναι «ζωή αιώνια», και η ζωή είναι προετοιμασία «εις θάνατον», δηλαδή προε­τοιμασία για την «αιώνια ζωή».

Μόνο που, κατά τον Μπατάιγ, τούτον τον ιδιοφυή «θρησκευόμενο ειδωλολάτρη» που δεν ικανοποιείται με τις απλοϊκές σχηματο­ποιήσεις των θρησκειών πλατιάς κατανάλω­σης, ο χριστιανισμός είναι αντιθρησκευτι-κός στη βάση του γιατί δεν αποδέχεται την αξία και τη σημασία της άρνησης και της «α­μαρτίας». Δηλαδή, το χριστιανικό μεταφυσι­κό σύστημα δεν είναι διαλεκτικό, είναι οντο­λογικό, κι ο Γάλλος στοχαστής πιστεύει σε μια διαλεκτική μεταφυσική, που κατάγεται ολοφάνερα από τον Χέγκελ.

Ο Άγιος Αυγουστίνος δεν είχε καθόλου καλή γνώμη για τον ατελέστατο άνθρωπο. Και για να εκδηλώσει τούτη την απέχθεια του για τον εκπεσμό του ανθρώπου ύστερα από το «προπατορικό αμάρτημα», έλεγε και ξανάλεγε πως «γεννιόμαστε ανάμεσα στην κοπριά και τα ούρα». Αντίθετα, η διαλεκτι­κή μεταφυσική του Μπατάιγ, λέει πως δεν υπάρχει καλύτερο μέσο εξοικείωσης με το θάνατο απ’ το να τον συνδέεις με μια ακόλα­στη ιδέα. Προφανώς γιατί ο θάνατος είναι η κατ’ εξοχήν τιμωρία για την κατ’ εξοχήν «α­μαρτία» του να είσαι ζωντανός, δηλαδή του να ανήκεις στην εντελώς ασήμαντη μειοψη­φία των ζωντανών, που σε σχέση με τον α­ριθμό όσων έχουν πεθάνει από υπάρξεως ζω­ής μέχρι τώρα, είναι μια εντελώς αμελητέα ποσότητα. Η ζωή είναι μια ρωγμή στη συνέ­χεια του θανάτου.

Μπορεί όλα τα παραπάνω να είναι νοητι-κές-ποιητικές κατασκευές ανθρώπων που δεν ικανοποιούνται με τα απλοποιημένα με­ταφυσικά σχήματα, που στηρίζονται στο μα-νιχαϊστικό διαχωρισμό του Καλού και του Κακού. Αλλά δεν είναι λιγότερο νοητικές — ποιητικές   κατασκευές και τα άλλα, τα «παραδοσιακά»   μεταφορικά σχήματα, που έχουν το μειονέκτημα ότι πετούν στο περιθώριο το Κακό, ενώ δε χρειάζεται παρά κοινός νους για να καταλάβει κανείς πως το Kαλό χωρίς το Κακό θα έχανε το νόημα του. Το Καλό ορί­ζεται  ως  τέτοιο γιατί υπάρχει δί­πλα του το Κακό. Στη  διαλεκτική -σκέψη το Κακό Εί­ναι μια αναγκαιό­τητα και ένα παραπλήρωμα. Οι προ­σηλωμένοι στην «αμαρτία» ποιητές είναι κυρίως ο Πόε, ο Ρεμπό, ο Μποντλέρ, ο Λοτρεαμόν και ο Μπλέικ. Και στις μέρες μας, α Ζαν Ζενέ, τούτος ο «μάρτυρας και άγιος» ό­πως τον χαρακτήρισε ο Σαρτρ. (Ο υπαρξι­σμός δε θα ήταν δυνατόν να παραγνωρίσει την αξία και τη σημασία του Κακού, αφου αυτό αποτελεί μέρος της ύπαρξης μας.)

Ο καβγατζής της, Βρέστης του Ζαν Ζενέ εί­ναι ένα ποιητικό μυθιστόρημα όπου στην «τρύπα» που δημιουργεί το Κακό έρχονται και πέφτουν όλες οι «καλές ποιότητες» του ανθρώπου, για να εξαφανιστούν εκεί μέσα και στη συνέχεια να δημιουργήσουν ένα σύμφυρμα που βρίσκεται «πέραν του κάλου και του κακού», με τη νιτσεϊκή έννοια, δη­λαδή πέραν της ηθικής και κοντά στην αι­σθητική, που για τον Γκόρκι είναι η «ηθική του μέλλοντος». Βέβαια, στον Καβγατζή της Βρέστης έχουμε να κάνουμε ακόμα με μια «ηθική του παρόντος» που μας υποχρεώνει να χρησιμοποιούμε τους ηθικούς όρους «κα­λό» και «κακό» και όχι τους αντίστοιχους αι­σθητικούς «όμορφο» και «άσχημο».

Ωστόσο, το Κακό στον Ζενέ είναι όμορφο όπως σε όλους τους «καταραμένους». Έχε: γίνει, δηλαδή, μια ποιότητα αισθητική όπου όπως λέει ο Μπατάιγ, «η ουσία της ζωής εί­ναι μια υπερβολή, είναι η ασωτία της ζωής

Έχουμε, λοιπόν, στον Καβγατζή της Βρέ­στης ένα ναύτη (Μπραντ Ντέιβις) που, κα­θώς αράζει στο λιμάνι της Βρέστης, αποσπά­ται από την α-ηθική αγνότητα της μάνας θά­λασσας και πετιέται στη «θάλασσα» των αν­θρώπων, την περιχαρακωμένη για τις ανά­γκες του δράματος στους τέσσερις τοίχους ε­νός μπαρ.

Ο Καβγατζής είναι ένας ναυαγός, κατά κά­ποιον τρόπο. Γιατί ναυαγός, στο μπαταϊγικό σύστημα, είναι ο καθένας που αποσπάστηκε απ’ τη συνέχεια της ολότητας, τη θάλασσα στην προκείμενη περίπτωση, που είναι η κοινή μήτρα των πάντων, και ξέπεσε στο λι­μάνι, τον παραδοσιακό χώρο της «αμαρ­τίας». Συνεπώς, ο Καβγατζής είναι ένας εκ-πεσμένος Άγγελος, που δεν παύει να είναι αγγελικός για το λόγο και μόνο πως ξέπεσε. Σατανάς είναι ένας εκπεσμένος Άγγελος, που, όμως, δεν παύει να διατηρεί τις αρχικές αγγελικές του ικανότητες από πρακτική τουλάχιστον άποψη: έχει δυνάμεις «υπερ­φυσικές».)

Ένας εκπεσμένος Άγγελος είναι και ο Ζενέ πάντα σύμφωνα με τον Σαρτρ. Φαίνεται, μάλιστα, πως ο Ζενέ σε τούτη την «πνευμα­τική» του «αυτοβιογραφία», αυτό ακριβώς προσπαθεί να πει: πως είναι ένας Άγγελος με κομμένα φτερά, ένας χθόνιος Άγγελος, που, μια και δεν μπορεί πια να ανυψωθεί στα ου­ράνια, βουλιάζει ολοένα και περισσότερο στα Τάρταρα.

Αυτό κάνει και ο Καβγατζής. Από «υπο­δειγματικός άντρας», που τον ερωτεύεται έ­νας άλλος «υποδειγματικός άντρας», ο υπο­πλοίαρχος (λέει πολλά το γεγονός πως τού­τος ο ρόλος δόθηκε από τον Φασμπίντερ στον αρρενωπό Φράνκο Νέρο) εκπίπτει σιγά σιγά και σχεδόν χωρίς να το πάρει είδηση, σε «μισό άνδρα»: γίνεται ομοφυλόφιλος, στην αρχή από βεβαιότητα για τον ανδρισμό του και μετά από… καθίζηση στο τέλμα του λι­μανιού, δηλαδή στη Γη των Ανθρώπων, των ξεκομμένων από τη συμπαντική συνέχεια των ανθρώπων που προσπαθούν να κολλήσουν τα κομμάτια τους με κάθε μέσο και με κάθε τρόπο, ακόμα και με το αίμα.

Η ομοφυλοφιλία, μοιάζει να λέει ο ομοφυ­λόφιλος Ζενέ και να επαναλαμβάνει ο ομο­φυλόφιλος Φασμπίντερ, δεν είναι παρά μια απεγνωσμένη προσπάθεια επανένταξης στη συνέχεια του σύμπαντος, που διακόπτεται με την ασυνέχεια αρσενικό-θηλυκό.

Εδώ ο καταλύτης για την «επιστροφή στη θάλασσα» δεν είναι η γυναίκα (Ζαν Μορό), που υπάρχει στο μύθο μόνο και μόνο για να ορίζει με την απούσα παρουσία της το κενό, την τρύπα στην οποία θα βουλιάξει ο Άγγε­λος που πάτησε στη Γη απερίσκεπτα. Τού­τος ο αποκλεισμός της γυναίκας απ’ τη δια­δικασία της επανένταξης στο Σύμπαν, μέσα απ’ την «πτώση», είναι και η αχίλλειος πτέρ­να τόσο του μυθιστορήματος του Ζενέ όσο και της ταινίας του Φασμπίντερ, ο οποίος, σ’ αυτό το κύκνειο άσμα του, περιορίζεται στο να αποτίσει «φόρο τιμής» στον μεγάλο Ζενέ.

Όμως, πέρα απ’ την προβληματική, που ήδη περιγράψαμε και που γίνεται εύκολα νοητή, η δραματουργία του Καβγατζή τού Φασμπίντερ χωλαίνει μέσα στα «ποιητικά» μπαρόκ ντεκόρ και τις ρευστές καταστάσεις που περιγράφει ο Ζενέ με τα μέσα της λογο­τεχνίας. Σίγουρα, δεν ήταν στις προθέσεις του Ζενέ η «φωτογένεια της αθλιότητας». Αλλά πώς να την κάνει ποίηση την αθλιότη­τα, όπως συμβαίνει σε όλους τους μεγάλους «καταραμένους» ποιητές ένας κινηματογρα­φιστής, χωρίς να προστρέξει στο εικαστικό ρετούς;

Ο καβγατζής του Φασμπίντερ είναι ο ρε-τουσαρισμένος Καβγατζής της Βρέστης τού Ζενέ. Τα σκοτάδια, όμως, δε φωτογραφίζο­νται. Το σκότος λάμπει μόνο στη (γραπτή) ποίηση, που θα παραμείνει στον αιώνα τον άπαντα ο προνομιακός χώρος της.

«Έθνος», 1-1-1984.

 

Leave a Reply