ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟΣ ΣΙΡΟΚΟΣ (SIRROKO, 1969)
Μαΐου 15, 2008
«Απόπειρες για σύγχρονη σκέψη πάνω σε παλιά προβλήματα» χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Γιάντσο τις ταινίες του. Ωστόσο, θα βρισκόταν κοντύτερα στη μονοθεματική προβληματική του αν έλεγε: πάνω σ’ ένα παλιό πρόβλημα πολύ απλό και πολύ κοινό: το πρόβλημα της εξουσίας και της σχέσης θύτη / κράτους-θύματος / ατόμου. Πάντως, δεν έχει και τόση σημασία η θεματική καθεαυτή του Γιάντσο, όσο η «σύγχρονη σκέψη» πάνω σ’ αυτή τη θεματική, όπως διαμορφώνεται στα φιλμ του από ένα «σχόλιο» οπτικό.
Στις ταινίες του Γιάντσο, το ιστορικά καθορισμένο θέμα τίθεται κατά κανόνα πριν απ’ το ζενερίκ, ώστε ν’ αποκοπεί εντελώς απ’ το κυρίως φιλμ. Με τον τρόπο αυτό, το αδιάψευστο (με τη χρήση ντοκουμέντων) ιστορικό γεγονός βγαίνει στο «περιθώριο» της ταινίας, χωρίς ωστόσο ν’ αποτελεί την εκτός δραματουργικού άξονα εισαγωγή της — όπως γίνεται συνήθως όταν προηγείται του ζενερίκ ένα σύντομο πρελούδιο, είτε καθαρά ενημερωτικό είτε ενδεικτικό τού στιλ ή του κλίματος του κορμού της ταινίας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, η πριν από το ζενερίκ-εισαγωγή παίζει, κατά κάποιοντρόπο, τον ίδιο ρόλο με το «κλειδί» που σημειώνεται στην αρχή της παρτιτούρας ενός μουσικού κομματιού, ή με την εισαγωγή μιας όπερας, όπου η ιδέα του λιμπρέτου (γλωσσικός κώδικας) τίθεται κατ’ αρχήν με όρους του μουσικού κώδικα, ώστε να δημιουργεί το αναγκαίο για την εκκόλαψη των ιδεών στη νόηση του θεατή / ακροατή συναισθηματικό κλίμα.
Οι συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές στα φιλμ του Γιάντσο λειτουργούν εντελώς διαφορετικά, και εν πάση περιπτώσει όχι ως εισαγωγή στο κυρίως φιλμ: δεν προετοιμάζουν το θεατή ούτε εννοιολογικά ούτε συναισθηματικά, δηλαδή δεν είναι προσδεδεμέ-νες στην αρχή του δραματουργικού άξονα. Με όρους της σημειολογίας, η σύζευξη τους με τα κυρίως φιλμ δεν είναι «συνταγματική» αλλά «παραδειγματική», πράγμα που σημαίνει ότι με τη μετατροπή του ιστορικού γεγονότος σε αισθητικό, ο Γιάντσο επιχειρεί μια απότομη αλλαγή «κλίμακος» και «τόνου». Δηλαδή, όχι μόνο το ιστορικό γεγονός μεταλλάσσει σε αισθητικό στο πλαίσιο του φιλμικού χρόνου, αλλά ταυτόχρονα καταδεικνύεται με την τομή του ζενερίκ το πέρασμα απ’ το ένα στ’ άλλο που γίνεται απότομα και χωρίς να κρατιούνται τα προσχήματα της αληθοφάνειας. Έτσι, στην αρχή κιόλας της κάθε ταινίας του ο Γιάντσο εγκαταλείπει μπροστά στα μάτια του θεατή, κάθε προσπάθεια να τον πείσει για την «αλήθεια» των τεκταινομένων που έτσι κι αλλιώς είναι μια αλήθεια ανασυνθεμένη και, συνεπώς, εξ ορισμού μη-αληθινή. Με τη μέθοδο του ο σκηνοθέτης προλαβαίνει τη σύγχυση ανάμεσα στο «πραγματικό» και το «φανταστικό» — σύγχυση στην οποία μας συνήθισε η παραδοσιακή δραματουργία, με αποτέλεσμα να μην είμαστε σε θέση, π.χ., να ξεχωρίσουμε το χαρακτήρα που υποδύεται κάποιος ηθοποιός από τον ίδιο τον ηθοποιό ή το πρωτογενές υλικό του σεναρίου (όταν υπάρχει) από το ίδιο το σενάριο, νοούμενο ως θελημένη κατασκευή, ως επέμβαση κάποιου ανθρώπου πάνω στο γεγονός, ως μορφοποίηση του άμορφου γεγονότος. Άλλωστε, για τον Γιάντσο, η Ιστορία δεν είναι ένα απόθεμα γεγονότων, από τα οποία θα μπορούσε να αντλήσει το δραματουργικό υλικό του ο σεναριογράφος, όπως, π.χ., στις αμερικανικές πολεμικές ταινίες της περιόδου 1940-’50 ή στο ουέστερν (το οποίο, ωστόσο, επιχειρεί μια στοιχειώδη θελημένη απομάκρυνση από το αρχικό ιστορικό γεγονός, χωρίς και να το ξεπερνάει), αλλά μια αφορμή για σκέψη πάνω στο ιστορικό γεγονός. Οι ταινίες του Γιάντσο είναι το αποτέλεσμα αυτού του στοχασμού πάνω στην Ιστορία, και όχι η Ιστορία φιλμαρισμένη.
Αυτό υποθέτουμε πως εννοεί ο Γιάντσο μιλώντας για «σύγχρονη σκέψη πάνω σε παλιά προβλήματα». Με τον τρόπο αυτό η Ιστορία, αισθητικά «μεταγλωττισμένη», χάνει το νόημα της ως επιστήμη που μελετάει την παρωχημένη ανθρώπινη δραστηριότητα και γίνεται, με την αισθητική της μετάπλαση, εργαλείο για την ενσυνείδητη επέμβαση στο ιστορικό γίγνεσθαι ή, πιο απλά. στην Ιστορία που ακόμα δεν τελέστηκε και η οποία θα μπορούσε στη γενική κατευθυντήρια γραμμή της να προκαθοριστεί από την ανθρώπινη συνείδηση, πριν από την τέλεση της. Έτσι, αυτό που οι ιδεαλιστές ιστορικοί ονομάζουν «ιστορικό σχέδιο», εννοώντας μ αυτό τη χεγκελιανή πραγμάτωση της Ιδέαο ή τη θεϊκή βούληση, γίνεται σχέδιο στην κυριολεξία, δηλαδή ενσυνείδητη εκλογή ή τουλάχιστον ενσυνείδητη προσπάθεια πραγμάτωσης αυτής της εκλογής. Το αριστοτελικό «πρώτον κινούν αίτιον» παύει να έχει νόημα ως κινητήρας της Ιστορίας και καταμερίζεται ως «ενεργοποιόν αίτιο» στις ανθρώπινεΰ συνειδήσεις που δρουν έλλογα, και συνεπώς διαφοροποιούν κατ’ εκλογήν την υπό τέλεση Ιστορία. Η τέχνη, στο σύνολο της, πρέπα να αντιμετωπίζεται ως μία από τις πολλά μορφές επέμβασης στο ιστορικό γίγνεσθαι ο Γιάντσο τη δική του επέμβαση την επιχειρεί απευθείας στο χώρο της Ιστορίας νοούμενης εδώ ως επιστήμης. Αλλά η επέμβαση του δεν είναι όμοια μ’ αυτή του επιστήμονα.
Η τοποθέτηση αυτή του Γιάντσο απέναντι στην Ιστορία δεν πρέπει να συγχέεται με τη μεθοδολογία των μελετητών της φιλοσοφία: της Ιστορίας: ο Γιάντσο δε φιλοσοφεί πάνω στην Ιστορία προσπαθώντας να ερευνήσει τους μηχανισμούς ή τους νόμους της, διότι απλούστατα δεν είναι ιστορικός με την τρέχουσα έννοια της λέξης. Στοχάζεται μόνο σε ορισμένες σταθερές της Ιστορίας, και συγκεκριμένα πάνω στον τρόπο επενέργειας στο άτομο της οργανωμένης βίας: για τον Ούγγρο σκηνοθέτη, η Ιστορία πραγματώνεται ερήμην αλλά και διά μέσου του ατόμου. Ερήμην γιατί η Ιστορία αδιαφορεί για την ψυχολογία και διά μέσου διότι η πραγμάτωση της είναι κοινωνικό φαινόμενο. Αν ο μελετητής της Ιστορίας τοποθετηθεί απ’ τη μεριά της ψυχολογίας, σίγουρα έχει ν’ αντιμετωπίσει μια παράξενη αντίφαση όμοια ακριβώς μ’ αυτήν που αντιμετωπίζει και το άτομο όταν τοποθετείται απέναντι σ’ ένα ιστορικό γεγονός που το υπερβαίνει. Αυτή ακριβώς η «υπερβατικότητα» του ιστορικού γεγονότος κοιταγμένου απ’ τη σκοπιά του ατόμου κάνει το άτομο να μοιάζει με το πιο ευτελές πιόνι (το «στρατιώτη») της ιστορικής σκακιέρας: το «ματ» πετυχαίνεται όταν έχουν θυσιαστεί ήδη οι περισσότεροι στρατιώτες, δηλαδή όταν ο αγώνας εκπέσει σε μια μονομαχία ανάμεσα στους «βασιλιάδες».
Η ιστορική σκακιέρα του Γιάντσο έχει μόνο «στρατιώτες» και «αξιωματικούς», ποτέ «βασιλιάδες» και «βασίλισσες». Η ιστορική του έρευνα σταματάει σε μία από τις πρώτες φάσεις της ανάπτυξης του ιστορικού γεγονότος, χωρίς ποτέ να το ολοκληρώνει. Αυτό ακριβώς τον ξεχωρίζει από τον επιστήμονα-ιστορικό, που οφείλει να προσέξει τις κινήσεις όλων των πιονιών της σκακιέρας. Οι «βασιλιάδες» του Γιάντσο κινούνται πάντα στο περιθώριο του φιλμ (πριν από το ζενερίκ) και αποσύρονται απότομα μόλις αρχίζει το παιχνίδι (το φιλμ). Απ’ τη στιγμή που το ιστορικό γεγονός ενεργήσει ως έναυσμα, ο Γιάντσο εγκαταλείπει την Ιστορία και περνάει απότομα (χωρίς καμιά προσπάθεια δικαιολόγησης του φιλμικού μύθου με μια αυστηρή ιστορική τεκμηρίωση) στη φιξιόν «φτιαχτή ιστορία), η οποία, ωστόσο, έχει ήδη φορτιστεί από το ιστορικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται, και το οποίο φυσικά δεν είναι φτιαχτό.
Η αρχική ώθηση που πήρε η ταινία από την Ιστορία, κάνει την ιστορία της ταινίας να κινείται αυτοδύναμα — χωρίς μια συνεχή ιστορική υποστύλωση, όπως στα ιστορικά φιλμ. Ο «κινητήρας» του φιλμ είναι τάξης αισθητικής και όχι ιστορικής. Δηλαδή η «μετασήμανση» είναι ριζική και ολοκληρωτική: ο φιλμικός μύθος κρατάει τα «σημεία» ίου ιστορικού γεγονότος, αλλά αυτά φορτίζονται μ’ ένα εντελώς καινούργιο περιεχόμενο, που είναι αυτό που επιβάλλει η υποκειμενική (μη επιστημονική) όραση του αντικειμενικού (ιστορικού) γεγονότος.
Γίνεται φανερό απ’ τα παραπάνω πως θα ήταν λάθος να αντιμετωπίζουμε τον Γιάντσο ως κατ’ αρχήν ιστορικό — πράγμα που δεν αποκλείει, φυσικά, μια βαθιά γνώση από μέρους του και της Ιστορίας και της φιλοσοφίας. Θέλουμε να τονίσουμε μόνο πως τούτη η γνώση δε χρησιμεύει στο σκηνοθέτη παρά στο μέτρο που τον βοηθάει στη μετασήμαν-ση της Ιστορίας, στο πέρασμα από έναν κώδικα (επιστημονικό) σ’ έναν άλλο (αισθητικό). Το γεγονός πως ο Γιάντσο είναι ένας θαυμάσιος ιστορικός δεν ερμηνεύει αναγκαστικά και το γεγονός πως είναι κι ένας μεγάλος κινηματογραφιστής.
Η συζήτηση, λοιπόν, πρέπει να περιοριστεί στο γιατί είναι μεγάλος κινηματογραφιστής κι όχι μεγάλος ιστορικός — εκτός κι αν πρόκειται για μια κριτική βιογραφία (που εδώ δε μας απασχολεί), οπότε η προϊστορία των ταινιών του θα ενδιέφερε άμεσα για μια σωστή τοποθέτηση του ως δημιουργού.
Η προϊστορία του φιλμ Χειμωνιάτικος σιρόκος είναι ένα ιστορικό γεγονός. Η δολοφονία του βασιλιά της Σερβίας Αλεξάνδρου του 2ου στη Μασσαλία, το 1934. Σ’ αυτό αναφέρονται τα αποσπάσματα από τα επίκαιρα που τοποθετούνται πριν από το ζενερίκ.
Το κυρίως φιλμ μοιάζει ως ένα τεράστιο φλας μπακ μιας ιστορικής ταινίας που δε γυρίστηκε, με θέμα τη δολοφονία του παραπάνω βασιλιά. (Σ’ ένα ιστορικό φιλμ ο Χειμωνιάτικος σιρόκος θα μπορούσε να πάρει θεματικά τη θέση μιας προεισαγωγικής σεκάνς.)
Ο Γιάντσο, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, αντιστρέφει και πάλι τους ιστορικούς όρους, κάνοντας το αιτιατό αίτιο ή μάλλον απωθώντας το αίτιο ως ευκολονόητο ή πάρα πολύ γνωστό από την Ιστορία στο περιθώριο της ταινίας. Έτσι, ως αίτιο της δολοφονίας του βασιλιά δεν προβάλλεται «η καταστροφική μανία» των αναρχικών Ουστάτσι, αλλά ο ίδιος ο βασιλιάς κι αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ως παραδοξολογία: ο βασιλιάς, με την ιδιότητα του και μόνο, κουβαλάει το σπέρμα της καταστροφής του κάτω απ’ το στέμμα του. (Αυτή η άποψη μας παραπέμπει αυτόματα στον πανάρχαιο αρχετυπικό μύθο του βασιλιά που πρέπει να πεθάνει για την προκοπή των υπηκόων του.) Μ’ αυτή τη θέση, τη δανεισμένη από την εθνολογία, ο Γιάντσο ξοφλάει τους λογαριασμούς του με την Ιστορία, και αντιστρέφοντας τη λογική σειρά των ιστορικών γεγονότων παραμένει στο αίτιο (προετοιμασία της δολοφονίας) αντιμετωπίζοντας το ως αιτιατό (συνέπεια ενός ιστορικού γεγονότος που δεν τελέ-στηκε ακόμα). Μ’ άλλα λόγια, επιχειρεί να μελετήσει τις συνέπειες που έχει η ύπαρξη ενός βασιλιά που πρέπει να πεθάνει, πάνω στη συμπεριφορά μερικών υπηκόων του που προσπαθούν να τον βοηθήσουν στο να πεθάνει γρηγορότερα, για να εκπληρωθεί η παλιά αθετημένη υπόσχεση της «προστασίας των υπηκόων». Το ότι υπάρχει ένας βασιλιάς που αρνείται να παίξει σωστά το ρόλο του (δηλαδή να αυτοκτονήσει για να προστατέψει τους υπηκόους του, αφού αυτός είναι ο «δεδηλωμένος» ρόλος του), έχει ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση της αναρχικής ομάδας των Ουστάτσι. Ο προσδοκώμενος θάνατος του βασιλιά είναι η αιτία της δράσης των αναρχικών — ενώ για τον ιστορικό, που αναγκαστικά παραμένει προσκολλημένος στην επιστημονική δεοντολογία, ο θάνατος του βασιλιά είναι το αποτέλεσμα της δράσης των αναρχικών. Είναι φανερό πως μια τέτοια συλλογιστική δεν έχει καμιά σχέση με την επιστημονική μεθοδολογία του επιστήμονα-ιστορικού. Εξίσου φανερό είναι πως η ίδια συλλογιστική βρίσκει την πλήρη της δικαίωση στο χώρο της φιλοσοφίας ή της ποίησης.
Αυτό είναι το γενικό-θεωρητικό πλαίσιο της προβληματικής του Γιάντσο, που ξεκινώντας από την Ιστορία την υπερβαίνει με την αισθητική. Ωστόσο, μέσα σε τούτο το πλαίσιο ο φιλμικός μύθος (η ιστορία που η ταινία διηγείται) δημιουργεί μια δεύτερη σειρά μερικότερων προβλημάτων, παράγωγων της φιλοσοφικής τοποθέτησης του σκηνοθέτη και παράλληλων προς το αρχικά ιστορικό γεγονός. Ωστόσο, αυτή τη φορά τα προβλήματα μπαίνουν από την ίδια τη λειτουργία του φιλμικού μύθου, ο οποίος, αφού δέχθηκε μια αρχική ώθηση από την ιστορία, λειτουργεί, λίγο ως πολύ, αυτόνομα.
Δραματουργικά το σενάριο δομείται με βάση το ερώτημα: Τι είναι ο «αναρχικός» και από ποια γνωρίσματα γίνεται φανερή η συμπεριφορά του; (Με την ευκαιρία πρέπει να τονιστεί εδώ ότι μερίδα της κριτικής αντιμετώπισε το φιλμικό μύθο ως μορφή ή πρόσχημα διαμαρτυρίας του Γιάντσο στον καταπιεστικό μηχανισμό του Κόμματος, και τον Μάρκο Λαζάρ-Ζακ Σαριέ ως τυπικό θύμα αυτού του μηχανισμού. Νομίζουμε πως μια τόσο εύκολη ερμηνεία καθίσταται διαβλητή από την ίδια την οργάνωση του φιλμικού μύθου, όπως θα δούμε στη συνέχεια.)
Ο Γιάντσο δεν επιχειρεί μια συναισθηματική δικαίωση του Λαζάρ, διότι απλούστατα δεν τον αντιμετωπίζει ως μάρτυρα, θύμα ή ήρωα. Όπως ο βασιλιάς, έτσι κι αυτός «πρέπει να πεθάνει» για το λόγο πως (όπως ο βασιλιάς) οικειοποιήθηκε την εκχωρημένη εξουσία, παραγνωρίζοντας την αρχική εντολή: δε νοιάζεται πια για την προκοπή της ομάδας, αλλά για τη σωστή βίωση της ιδεολογίας της ομάδας σε ατομικό επίπεδο. Ο Μάρκο Λαζάρ, στην αρχή κιόλας της ταινίας, εμφανίζεται ως ένα τέλειο μορφότυπο του ιδανικού αναρχικού, όπως αυτό καθορίστηκε κατ’ αρχήν από τον Προυντόν.
Ο Προυντόν και οι πνευματικοί του επίγονοι (κυρίως ο Μπακούνιν και ο Κροπότκιν) προσπάθησαν μάταια να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα: τον άκρατο ατομικισμό με την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Σύμφωνα με τον Κροπότκιν, ο καθένας πρέπει να κυβερνιέται από την ίδια του τη θέληση. Το νομικό πλέγμα δεν είναι απλά η έκφραση της βούλησης της κυριαρχούσας τάξης, αλλά θα έπρεπε να είναι η συνισταμένη ελεύθερων ατομικών βουλήσεων, ελεύθερα δρώντων ατόμων. Η σύγκρουση ανάμεσα στις ατομικές βουλήσεις υπερπηδάται όχι με το νομικό καταναγκασμό, αλλά με την εγγενή στον άνθρωπο καλοσύνη και τη σύμφυτη σ’ αυτήν αλληλεγγύη, η οποία πάλι στο επίπεδο της κρατικής οργάνωσης πρέπει να εκφράζεται με το σύστημα της ομοσπονδιοποίησης. Τέτοιες οργανωτικές μέθοδοι ξεκινούν από τη «διαλεκτική» του Προυντόν: η Κοινότητα των Ελεύθερων Ατόμων αποτελεί τη θέση· η ιδιοκτησία, την αντίθεση και η βουλησιαρχικά καθορισμένη αταξική κοινωνία, τη σύνθεση. Στην παραπάνω πρόταση, είναι ολοφάνερο και το συλλογιστικό λάθος και ο ιδεαλισμός του Προυντόν: η ιδιοκτησία είναι αυτή που δημιούργησε το «ελεύθερο άτομο» και όχι αντίστροφα, όπως φαίνεται να ισχυρίζεται ο Προυντόν. Μ’ άλλα λόγια, η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής (συλλογική ιδιοκτησία) αποτελεί προϋπόθεση της ατομικής ελευθερίας, και δεν είναι παραγωγό της. Βλέπουμε, λοιπόν, πως ό ατομικισμός —κοινή συνιστώσα και στον αναρχισμό και στον αστισμό— έχει τις ρίζες του στην ιδιοποίηση του κοινωνικού προϊόντος μιας δουλειάς που αναγκαστικά είναι συλλογική. Η αταξική κοινωνία τού Προυντόν αποτελούμενη από άτομα θεληματικά παραιτημένα από την ιδιοκτησία, ή περιστασιακούς ιδιοκτήτες που θα μπορούσαν, αρκεί να το ήθελαν, να παραιτηθούν ανά πάσα στιγμή από τα δικαιώματα τους, δεν είναι παρά μια ευχή. Η ιδιοκτησία είναι κοινωνικό φαινόμενο και καθόλου ψυχολογικό όπως αφήνει να διαφανεί ο Προυντόν.
Ο Μάρκο Λαζάρ της ταινίας πιστεύει φανατικά στη δυνατότητα αλλαγής των πραγμάτων μέσα από «το ζην κατά τας γραφάς». Αλλωστε, είναι ο μόνος στην ομάδα του που στ” αλήθεια ζει σύμφωνα με τα δόγματα του δασκάλου του. (Η παράθεση τσιτάτων απ’ το έργο του Προυντόν δεν είναι τυχαία. Επίσης, δεν είναι τυχαία η φροντίδα του για τα παιδιά, που προσπαθεί να τα «μυήσει» στις απόψεις του για την αταξική κοινωνία, μεταθέτοντας έτσι το πρόβλημα, κατά τα αναρχικά-θεωρητικά πρότυπα στη σφαίρα τής συνείδησης). Ο Λαζάρ, κάνοντας ένα τεράστιο άλμα μέσα στην ιστορία, δηλαδή αγνοώντας τις παρούσες, συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, εφάρμοσε για τον εαυτό του μόνο χα δόγματα της αταξικής κοινωνίας, πράγμα που σε τελική ανάλυση σημαίνει ότι οικειοποιήθηκε για προσωπικό του λογαριασμό μια θεωρία που, αν μη τι άλλο, προϋποθέτει την ίδια συμπεριφορά από τους πάντες που την πιστεύουν. Από άλλο δρόμο και με δια-©ορετικά προσχήματα κατέληξε και πάλι ίπ:ην ατομική ιδιοκτησία, μπαίνοντας στο αστικό σύστημα από την πίσω πόρτα του. Στα μάτια των συντρόφων του, μια τέτοια συμπεριφορά σημαίνει πεντακάθαρα προδοσία, έστω κι αν αυτή η προδοσία είναι συνέπεια ενός υπερβάλλοντος ζήλου για τα αναρχικά θεωρητικά δόγματα. Παράλληλα, η χρεοκοπία του δηλώνει και το έωλο της προσπάθειας για μια απολύτως συνεπή προς τη θεωρία πράξη, μέσα σ’ ένα κοινωνικό σύστημα που αποκλείει τούτη τη συνέπεια, διότι απλούστατα αυτό δεν καθορίστηκε με βάση κάποια ιδεολογικά μοντέλα.
Η συνείδηση του «τέλειου αναρχικού» Λαζάρ προσδιορίζεται από τα παρακάτω ετερόκλητα και αντιφατικά στοιχεία που, ακριβώς γιατί είναι αντιφατικά ετερόκλητα και ητστικτώδικα, δημιουργούν το μοντέλο του τελείου αναρχικού:
1) Είναι εκ πεποιθήσεως καθολικός. (Ο Γιάντσο φροντίζει να τον βάλει να κάνει το σταυρό του μόλις τον εισάγει στη δράση.)
2) Είναι φανατικός εθνικιστής εμφανίζεται ως το σύμβολο των αυτονομιστών Κροατών).
3) Είναι παθολογικά εγωιστής. (Μεταξύ άλλων, ενδυματολογικών κυρίως σημαινόντων, ο εγωισμός του υπερτονίζεται από τον Γιάντσο με την «ιδιοκτητική» του συμπεριφορά απέναντι στις δύο γυναίκες, ανάμεσα στις οποίες υπάρχει ίσως μια ομοφυλοφική σχέση, για να υπογραμμιστεί το μέγεθος της αντιφατικότητας μεταξύ της δική τους «ελευθερίας» και των άλλων να κάνουν ό,τι θέλουν.)
4) Πιστεύει στην κοινωνικοποίηση των παραγωγικών μέσων.
Αντίθετα, η ομάδα των Κροατών αναρχικών που διευθύνει ο Λαζάρ, όντας πολιτική ομάδα με σαφές πρόγραμμα, οφείλει να κινείται έξω και πέρα από την απόλυτα εγωιστική συμπεριφορά του «τέλειου αναρχικού», που αποκλείει την ομαδική δράση. Σ’ αυτούς η θεωρία του αναρχισμού ισχύει μόνο όταν αποτελεί το έναυσμα για μια συγκεκριμένη δράση. Προς το παρόν, το μόνο που απασχολεί την ομάδα δεν είναι το «ζην αναρχικά» (όπως τον αρχηγό τους), αλλά το «πράττειν» αναρχικά: γι’ αυτούς, πάνω απ’ όλα τοποθετείται η σκέψη πως ο «βασιλιάς πρέπει να πεθάνει», σκέψη που ήδη έπαψε να απασχολεί τον Λαζάρ. Γι’ αυτό πρέπει να πεθάνει. Μ’ άλλα λόγια, η πολιτική πράξη αποκλείει το ολοκληρωμένο βίωμα του «αναρχικού ιδανικού»: ο δρων αναρχικός αποκλείεται να είναι ο Αναρχικός, όπως τον φαντάστηκε ο Προυντόν. Δράση σημαίνει σύγκρουση με άλλες ατομικότητες και η προσβολή της ατομικότητας για ένα συνεπή αναρχικό είναι το υπ’ αριθμόν ένα αμάρτημα. Το ιδανικό του αναρχισμού αυτοκαταλύεται από την αναρχική πράξη, αποδεικνύοντας έτσι και τον εγγενή του ιδεαλισμό. Παρ’ όλες’ τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του Καμί στον Επαναστατημένο άνθρωπο, τούτο το λυρικό μανιφέστο του χρεοκοπημένου πρακτικά και θεωρητικά αναρχισμού, που μόνο ως ρομαντικό κατάλοιπο του περασμένου αιώνα είναι δυνατόν να αντιμετωπίζεται σήμερα. Για το αναρχικό κίνημα, η αναρχική θεωρία είναι ένα αναγκαίο ιδεολογικό προκάλυμμα, στερημένο από το πρακτικό του αντίκρισμα (το ζην αναρχικά).
Σύμφωνα με τα παραπάνω, όταν το «ζην αναρχικά» έχει καταντήσει τον Μάρκο Λαζάρ άχρηστο για πολιτική δράση, οι σύντροφοι του, έχοντας στερηθεί τις υπηρεσίες του ως αρχηγού, κάνουν μια τελευταία απόπειρα να τον εντάξουν ξανά στο δρων κίνημα τους- αλλά αυτή τη φορά πεθαμένο: τον σκοτώνουν για να τον ηρωοποιήσουν, και να τον κάνουν παντιέρα, δηλαδή «εργαλείο» χρήσιμο για σκοπό πρακτικό. Με τον τρόπο αυτό ο πρώην αρχηγός εκπληρώνει ακούσια (όπως κι ο βασιλιάς) την αθετημένη υπόσχεση με την υπηρέτηση της ομάδας.
Περνώντας από το βασιλιά Αλέξανδρο στον Μάρκο Λαζάρ, το αρχικό ιστορικό γεγονός, αφού ενεργοποιήσει το φιλμικό μύθο, «σβήνεται» αφήνοντας το μύθο να λειτουργήσει αυτόνομα. Έτσι, η ιδέα που παράγει ο φιλμικός μύθος είναι η ίδια ακριβώς με την ιδέα που έχει ο Γιάντσο για την Ιστορία. Τα δύο επίπεδα του φιλμ (ιστορικό και μυθοπλαστικό) συναντώνται και πάλι στο τέλος της ταινίας, όταν οι Ουστάτσι ξεκινούν για τη Μασσαλία, όπου θα δολοφονήσουν τον Αλέξανδρο.
Τόσο το πρώτο επίπεδο όσο και το δεύτερο στο οποίο μετατίθεται ο ρόλος της παραστα-τικοποίησης του πρώτου – δεδομένου ότι το πρώτο μόνο μέσα από τη συμπεριφορά κάποιων χαρακτήρων θα μπορούσε να γίνει οπτικά αντιληπτό, αφού το φιλμ δεν είναι γραπτό φιλοσοφικό δοκίμιο και, συνεπώς, οι ιδέες αναγκαστικά πρέπει να υποβληθούν σε μια διαδικασία «εικονοποίησης» (που είναι η ταινία στο σύνολο της), αποτελούν ένα ιδιαίτερο όλον του οποίου απομένει να προσδιορίσουμε τα σημαίνοντα.
1) Το ντεκόρ. Είναι εντελώς ουδέτερο. Δεν προσδιορίζει κανέναν συγκεκριμένο χώρο. Δεν καταλαβαίνουμε καν πού βρίσκεται η κύρια είσοδος, ούτε πόσα πατώματα έχει το κυνηγετικό περίπτερο (αν είναι τέτοιο) όπου τοποθετείται η δράση. Το ντεκόρ αποκλείει την τοποθέτηση της δράσης σε συγκεκριμένο χώρο. Η σύγχυση του θεατή ως προς τη «λειτουργικότητα» αυτού του χώρου είναι απόλυτη: δεν ξέρει αν χτίστηκε για κατοικία, για φυλακή, για κυνηγητικό περίπτερο, για ξενώνας. Όπως πάντα στον Γιάντσο, ο χώρος είναι κι εδώ ολοκληρωτικά κατασκευασμένος συμφωνά με τις ιδέες που πρέπει να εκμαιευτούν απ’ αυτόν και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες της αφήγησης. Μέσα σ’ ένα τέτοιο ντεκόρ εκ κατασκευής δαιδαλώδες, κάθε στρατήγημα είναι απ’ την αρχή καταδικασμένο: κανείς εκεί μέσα δε θα μπορούσε να προσδιορίσει τους «φίλους» και τους «εχθρούς», ώστε να γίνει δυνατή η ανάπτυξη ενός σχεδίου τόσο για την ανέλιξη του μύθου όσο και για τους ίδιους τους ήρωες αυτού του μύθου. Η μόνη εντύπωση που δημιουργεί το ντεκόρ είναι αυτή μιας καλοστημένης στο ύπαιθρο παγίδας για αλεπούδες.
Το πέρασμα από «μέσα έξω» — και αντίστροφα, δεν έχει κανένα νόημα, αφού ο χώρος είναι κατασκευασμένος με βάση τις αρχές της πολυδιάστατης γεωμετρίας του Ρί-μαν. Τούτος ο μη-ευκλείδειος χώρος αποτελεί τη σκακιέρα για την οποία μιλήσαμε στην αρχή: η είσοδος και η έξοδος των πιονιών στα τετράγωνα είναι δυνατή τόσο από τις τέσσερις πλευρές όσο και διαγώνια. Έτσι η ποικιλία των κινήσεων γίνεται κατά το δυνατόν μεγαλύτερη.
2) Οι κινήσεις της κάμερας και των αντικειμένων μέσα στο οπτικό της πεδίο υπαγορεύονται και προσδιορίζονται απ’ αυτόν το χωρίς όρια χώρο. Τα δώδεκα όλα κι όλα πλάνα-σεκάνς της ταινίας κατακερματίζονται με την ασταμάτητη κίνηση σε μια εντελώς ρευστή και διαρκώς μεταβαλλόμενη σειρά γωνιών, σαν να επρόκειτο για μια παραστατικοποίηση αρχών της τοπολογικής γεωμετρίας. (Ο Γιάντσο πρέπει να γνωρίζει καλά την τοπολογία, που αποτελεί προϋπόθεση για μια σοβαρότερη γνώση του στρουκτουραλισμού, ο οποίος είναι δημιούργημα της μαθηματικής επιστήμης.) Στη στρουκτουραλιστική του λειτουργικότητα, το οπτικό πεδίο «γεννιέται» από την κάμερα κάθε στιγμή -και κάθε στιγμή καταστρέφεται για να εμφανιστεί στη θέση του ένα καινούργιο ελαφρά παραλλαγμένο σε δύο κοντινά σημεία της κίνησης, και εντελώς διαφορετικό σε δύο απομακρυσμένα σημεία της ίδιας κίνησης.
Είναι ολοφάνερο πως το ντεκόρ κατασκευάστηκε σύμφωνα με τις ανάγκες ενός αυστηρού ντεκουπάζ και ότι, αντίστροφα, το ντεκουπάζ δεν καθορίστηκε από το χώρο – όπως γίνεται συνήθως.
Η κάμερα σπάνια κινείται ευθύγραμμα: οι ράγες του τράβελινγκ τοποθετούνται ή σε έλλειψη ή σε κύκλο, ενώ, στις σπάνιες περιπτώσεις που πρόκειται για ένα εντελώς ευθύγραμμο τράβελινγκ, μια ταυτόχρονη κίνηση της κάμερας περί τον κάθετο ή τον οριζόντιο άξονα της απαλαίνει την εντύπωση της ευθύγραμμης κίνησης.
Οι ηθοποιοί κινούνται κι αυτοί είτε κατά τη φορά της κάμερας είτε αντίστροφα, αλλά ακολουθώντας πάντα το γεωμετρικό σχήμα που καθορίζεται απ’ αυτήν. Η συνδυασμένηκίνηση, κάμερας και ηθοποιών, δημιουργεί την εντύπωση μιας αδιάσπαστης και τέλεια μελετημένης, όσον αφορά τις πιέσεις αντίρροπων δυνάμεων, διελκυστίνδας: είναι σαν η κάμερα και οι άνθρωποι που βρίσκονται μπροστά της να έλκονται και να απωθούνται αμοιβαία. Μ’ άλλα λόγια, η κάμερα δεν καταγράφει μόνο, αλλά μετέχει ενεργητικά στο -παιχνίδι» είναι ένας από τους «ηθοποιούς».
Θα ‘λέγε κάποιος πως από το φακό της κάμερας ξεκινούν νοητά νήματα, με τα οποία οι ηθοποιοί, σαν μαριονέτες, είναι δεμένοι πάνω της: κάθε φορά που τα νήματα χαλαρώνουν, οι μαριονέτες απομακρύνονται από την κάμερα, και κάθε φορά που σφίγγονται πλησιάζουν σ’ αυτήν. Τούτη η διπλής φοράς κίνηση δεν είναι ποτέ ρεαλιστική. Οι χαρακτήρες δανείζονται την κίνηση τους όχι από τις προσταγές του φιλμικού μύθου, αλλά από τις ανάγκες της έκφρασης κάποιων συγκεκριμένων ιδεών, δηλαδή από το σκηνοθέτη που δεν ενεργεί ως μυθοπλάστης αλλά ως δοκιμιογράφος.
3) Η υιοθέτηση ενός τέτοιου «χορευτικού» στιλ στο ντεκουπάζ δημιουργεί στον πολύ εξοικειωμένο με το ρεαλισμό θεατή μια εντύπωση παρωδίας. Έτσι, αυτός εξαναγκάζεται να μη συγχέει το γεγονός καθαυτό με την αναπαράσταση του, πράγμα που του δημιουργεί κάποια δυσφορία. Ωστόσο, ο πληροφορημένος θεατής ξέρει από την αρχή πως πρόκειται για αναπαράσταση, δηλαδή για μια ιστορία που φτιάχτηκε από κάποιον όχι για να μας πείσει με την αληθοφάνεια αυτής της ιστορίας (άλλωστε, έτσι κι αλλιώς το δεύτερο συνθετικό της λέξης «αληθοφάνεια» αναιρεί την έννοια του πρώτου), αλλά για να μας κοινοποιήσει κάποιες απόψεις του που για να γίνουν αποδεκτές, δεν επικαλούνται το συναισθηματισμό μας.
Συχνά το στροβίλισμα μάς εμποδίζει να καταλάβουμε ποιος ακριβώς μιλάει. Ο αποπροσανατολισμός μας συντείνει στο να χάσουν οι χαρακτήρες την ψυχολογική τους αναγλυφικότητα, αφού ο προσωπικός λόγος είναι αυτός που κυρίως χρησιμοποιείται ως όχημα της ψυχολογίας. Άλλωστε, αυτό που ενδιαφέρει σε μια ταινία χου Γιάντσο από την οποία έχει αποκλειστεί κατά το δυνατόν η ψυχογραφία δεν είναι το ποιος μιλάει, αλλά το τι λέγεται όταν κάποιος μιλάει.
Τα ψήγματα ψυχολογικής ανάλυσης που αναγκαστικά μένουν, εφόσον η αφαίρεση
δεν προωθείται μέχρι την παντελή απουσία των ανθρώπων από το οπτικό πεδίο, δεν ξέρουμε ποτέ αν αναφέρονται σε μια ενσυνείδητη ή ασυνείδητη συμπεριφορά. Στον Γιάντσο δεν υπάρχουν όρια ανάμεσα στο συνειδητό και το ασυνείδητο. Π.χ., δεν ξέρουμε ακριβώς τι είδους είναι οι σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο γυναίκες, ούτε ανάμεσα στον Σαριέ και τη Βλαντί. Στην πρώτη περίπτωση υποπτευόμαστε μια ομοφυλοφιλική σχέση και στη δεύτερη, μια σχέση καταναγκασμού, χωρίς να είμαστε βέβαιοι για το βάσιμο της υποψίας μας.
Τούτη η «ερμαφρόδιτη» ψυχολογία των ηρώων του Γιάντσο είναι μόνο -και αυστηρά— φιλμική: το διφορούμενο είναι μια οπτική στάση που υιοθετεί ο Γιάντσο – πράγμα που σημαίνει ότι οι χαρακτήρες του συμπεριφέρονται όπως αυτός θέλει και όχι όπως το επιβάλλει η ανέλιξη του μύθου, όπως συμβαίνει στον ακαδημαϊκό κινηματογράφο, όπου πρώτα καθορίζονται οι χαρακτήρες με σαφήνεια και μετά, κατά κάποιον τρόπο αυτόματα, δηλαδή ανεξάρτητα από τη βούληση του δημιουργού, οι χαρακτήρες αυτοί δημιουργούν ανάμεσα τους σχέσεις που υπαγορεύονται από την προεπιλεγμένη ψυχολογία τους.
Στον Γιάντσο, οι μαριονέτες παραμένουν με συνέπεια μαριονέτες μέχρι το τέλος τής «παράστασης». Σε μια τεχνική σαν αυτή του Γιάντσο όπου η μυθοπλασία δεν ισχυρίζεται ότι δημιουργεί όντα εκ του μη όντως (άποψη ανομολόγητη στις περισσότερες περιπτώσεις, αλλά εξαιρετικά διαδεδομένη στην αστική τέχνη, με ακραία και πολύ χαρακτηριστική περίπτωση τον Ουναμούνο και την Καταχνιά του, όπου ο φανταστικός ήρωας γίνεται πραγματικός και συνδιαλέγεται με το συγγραφέα, ο οποίος με τη σειρά του γίνεται φανταστικό πρόσωπο), θα ήταν ακατανόητη η οποιαδήποτε αυτοτέλεια στη χαρακτηρολογία, που έτσι κι αλλιώς είναι καθαρή απάτη, μια και η τέχνη είναι ανθρώπινο προϊόν – με την πλήρη και τρέχουσα έννοια της λέξης «προϊόν». Στην τέχνη, «πραγματικοί» χαρακτήρες υπάρχουν μόνο στο μέτρο που πίσω τους κρύβεται ένας πραγματικός άνθρωπος, ο οποίος και τους δανείζει, κατά κάποιον τρόπο, τη δική του υπόσταση. Δηλαδή, το «πραγματικό» των φανταστικών χαρακτήρων είναι συνάρτηση όχι της αληθοφάνειας τους, αλλά της ειλικρίνειας και της ιδεολογικής συγκρότησης του δημιουργού.
Εύκολα συμπεραίνουμε από τα παραπάνω πως τον Γιάντσο τον ενδιαφέρει μόνο η γραφή και καθόλου η αφήγηση. Αυτό που επιδιώκει με τις ταινίες του δεν είναι να πει μια ιστορία, αλλά να εκθέσει μια άποψη χρησιμοποιώντας, στη θέση του μολυβιού, μια κάμερα. Μαζί με τον Αϊζενστάιν παλιότερα και τον Γκοντάρ στις μέρες μας, είναι οι μόνοι που κατάφεραν να γράψουν τις ιδέες τους κατευθείαν σε εικόνες, χωρίς την αποκρυπτογραφική μεσολάβηση ή τη βοήθεια ακουστικών λεκτικών κωδικών συστημάτων, τα οποία, ωστόσο, ενσωματώθηκαν αρμονικά σ’ ένα ενιαίο κωδικό σύστημα: το φιλμικό. Τούτο δε σημαίνει, βέβαια, αναγκαστικά πως ο κινηματογράφος τους είναι ο ιδανικός κινηματογράφος. Σημαίνει μόνο πως στον τομέα της διερεύνησης του κινηματογραφικού οργάνου προσέφεραν τα περισσότερα.
«Σύγχρονος Κινηματογράφος», τχ. 19-20, 1972.








