Γιατί ο Βασίλης Ραφαηλίδης σήμερα
Μαΐου 15, 2008
Καταρχήν να ευχαριστήσω τον Γιάννη Σολδάτο και τις εκδόσεις Αιγόκερως που σε όλη την μακροχρόνια πορεία μας στον κινηματογραφικό χώρο μας συμπαραστάθηκε ότι και αν κάναμε χωρίς πολλές συζητήσεις και αναλύσεις. Μία ήταν πάντα η φράση του. «Προχωρήστε και θα τα κανονίσουμε». Έτσι και τώρα είδε με καλό μάτι την πρωτοβουλία για την ανάδειξη και επαναφορά στην επιφάνεια του κινηματογραφικού και όχι μόνο έργου του μεγάλου δασκάλου της κριτικής Βασίλη Ραφαηλίδη και μας έδωσε την άδεια να αναδημοσιεύσουμε στο blog που δημιουργήσαμε εις μνήμην του μια επιλογή από τις κριτικές του.
Οι κριτικές που θα αναδημοσιευτούν δεν αφορούν πάντα αυτές τις ταινίες που ονομάζουμε καλύτερες, ούτε αυτές που θα ονομάζαμε καλύτερες κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη, αφού ούτως ή άλλως όλες οι κριτικές του ήταν «καλύτερες». Τότε που βοηθούντος και της εποχής οι κριτικές ήταν κριτικές και όχι δημοσιογραφικά σημειώματα, τότε που τρέχαμε με αγωνία, την εποχή που οι εφημερίδες δεν δώριζαν DVD, Σαββάτο βράδυ στην Ομόνοια για να προμηθευτούμε την πολύτιμη ολοσέλιδη κριτική του Β. Ραφαηλίδη από το Έθνος τότε που περιμέναμε με ανυπομονησία την έκδοση των Κινηματογραφικών Θεμάτων κάθε χρόνο από τον Αιγόκερω για να κρατήσουμε συγκεντρωμένες με ευλάβεια όλες τις κριτικές της χρονιάς του αγαπημένου δασκάλου στον οποίο γενιές και γενιές οφείλουν, σε μεγάλο βαθμό, την αγάπη και τη λατρεία τους για τον κινηματογράφο.
Όταν κάποτε τα βήματά μου οδηγημένα από την «τύχη» έφτασαν στην «Ίριδα» και άραξαν εκεί για δεκαετίες «κόλλησα» τον κινηματογράφο σαν να ήταν ανίατη αρρώστια ή μήπως και ήταν; Αλλά δεν πρέπει να ήταν, γιατί με συγκίνηση θυμάμαι φίλους και συνοδοιπόρους, «συντρόφους» θα τολμούσα να πω, παρόλο που δεν αποτόλμησα να αποκαλέσω έτσι, όσους, εκείνα τα ανήσυχα χρόνια, υπήρξαν συνοδοιπόροι σε εκείνη την πολιτική οργάνωση που πολλοί από την γενιά μου αποτέλεσαν μέλη της, «συντρόφους του κινηματογράφου» λοιπόν, που όμως τους ρούφηξε η πόλη και χάθηκαν, δεν πρέπει να ήταν ανίατη, θεραπεύτηκε μάλλον από τις πολλές προσφορές και δώρα της πλουσιοπάροχης καταναλωτικής κοινωνίας και που να φτουρήσει τώρα η σελιδούλα εκείνου του μυστήριου τύπου που τα τελευταία χρόνια της ζωής του έχοντας κουραστεί και λίγο από τον κινηματογράφο ή μήπως από τους ανθρώπους του ή μήπως από τους ανθρώπους γενικότερα, ξημεροβραδιαζόταν στον Τριανταφυλλόπουλο και καλά να πάθει που ξεχάστηκε, όπως έστρωσε να κοιμηθεί και άλλα πολλά και άλλα πολλά!
Εμείς λοιπόν παρόλο που αγαπάμε την εποχή μας γιατί εκτός των άλλων καλών, μας χάρισε τα DVD των αγαπημένων μας «μυθικών» ηρώων, των σκηνοθετών, που η σύγχρονη μετανεωτερική εποχή βοηθούντων και των ίδιων, τους απομυθοποίησε, αλλά που εμείς συνεχίζουμε να τους βλέπουμε με τα μάτια του τότε, αγαπάμε και νοσταλγούμε και αποτίουμε φόρο τιμής σε εκείνη τη σελιδούλα, σε εκείνον τον μοναχικό, ευγενικό, πολυσύνθετο, σχεδόν νιτσεϊκό πρίγκιπα που είχε κάνει πράξη το «καλλιτεχνικώς ζειν» και αφού δεν κατάφερε να γίνει ο ίδιος δημιουργός, ως μη κομπλεξικός που ήταν διάβασε, μελέτησε, έγραψε γοητευτικά, ελκυστικά, συναρπαστικά για τα έργα των άλλων, των αγαπημένων του ηρώων, τόσο, ώστε, μας κόλλησε την «αρρώστια» του, άλλο αν κάποιοι είχαν πάρει από πριν ισχυρό αντίδοτο.
Γι αυτό θα προσπαθήσουμε να του ανταποδώσουμε κάποια από τα «δώρα» του συνεχίζοντας αυτό που αρεσκόταν μεγαλόψυχα να κάνει, να εκλαϊκεύει τις γνώσεις της αισθητικής του κινηματογράφου, των τεχνών, της ιστορίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής και να τις χαρίζει στους συνανθρώπους του, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα το έργο του και προετοιμάζοντας σιγά σιγά το έδαφος με την βοήθεια και την συμμετοχή ελπίζουμε πολλών από σας ενός Φεστιβάλ Β. Ραφαηλίδη που σύντομα θα ξέρουμε περισσότερα για το περιεχόμενό του και τη στόχευσή του.
Καιρός να σας πούμε λίγα πράγματα για το σκεπτικό, γιατί με το άνοιγμα των τεράστιων παρενθέσεών που στον προφορικό λόγο μου είναι κάπως υποφερτές αλλά στον γραπτό μου είναι μάλλον καταστροφικές και αποπροσανατολιστικές, μπορεί να ξεχάστηκε ποιο ήταν το θέμα του κειμένου αυτού.
Η κριτική ας πούμε με την οποία ξεκινάμε αυτή την περιήγηση αφορά μια ταινία του Μίκλος Γιάντσο που δεν έχουμε δει. Ελπίζω αυτό το έχουμε να μην περιλαμβάνει όλους εσάς αλλά κάποιους από σας. Ο Βασίλης Ραφαηλίδης λοιπόν φρόντιζε στην εποχή μας και θεωρητικά μπορεί να φροντίζει ακόμα και σήμερα έστω και αν βρίσκεται μακριά μας να διασώζει την κινηματογραφική και για την ακρίβεια κινηματογραφοφιλική μας αξιοπρέπεια. Πως γίνεται αυτό; Όταν λοιπόν αγκυροβόλησα στην Ίριδα (νομίζατε ότι θα την γλυτώνατε χωρίς παρενθέσεις) το σωτήριο έτος 1984, τέταρτο έτος των σπουδών μου όχι όμως και τελευταίο και συνάντησα εκεί κάτι «κολλημένους» με τον κινηματογράφο τύπους μεταξύ των οποίων και τον μακαρίτη και αυτόν σήμερα Θωμά Μποντίνα που θαύμαζε και αγαπούσε τον Ραφαηλίδη και που παρόλο που ήταν ίδια ηλικία με μένα αποτέλεσε τον άνθρωπο που με «κόλλησε» το μικρόβιο του «δασκάλου» σεμιναρίων και υπήρξε ο πρώτος καθοδηγητής μου σε αυτόν το τομέα, κατάλαβα πόσο ανεπαρκής ήμουν μπροστά σε αυτά τα κινηματογραφοφιλικά θηρία που εκτός των άλλων είχαν και το έξτρα προτέρρημα να ανήκουν σε παρατάξεις από ΚΚΕ και πέρα.
ΠΑΣΟΚ και Ν. Δημοκρατία εκεί δεν υπήρχαν, δεν ξέρω αν αυτό μας ωφέλησε πάντα γιατί διεξήχθησαν ουκ ολίγες ομηρικές μάχες μεταξύ μας.
Κοντολογίς για να μην ξαναφύγουμε τελείως από το θέμα, άρχισα να διαβάζω Ραφαηλίδη για να καλύψω τα «κενά» αλλά αυτά όλο και περισσότερο μεγάλωναν. Πήρα ένα παπάκι Honda πενηντάρι και άρχισα να τρέχω από σινεμά σε σινεμά ασχέτως περιοχής και μαζί με ένα βίντεο Hitachi που ήδη είχα αποκτήσει το 1981 από τους πρώτους φοιτητές στην Ελλάδα που είχαν κάτι τέτοιο και το είχα τιμήσει δεόντως αλλά όχι όσο έπρεπε και όχι πάντα στην σωστή κατεύθυνση, είδα περί τις 2000 ταινίες μέσα σε ενάμισι χρόνο περί τις 6 ημερησίως. Αισθάνθηκα ότι είχε ανέβει το επίπεδό μου. Ένιωθα ότι ήξερα τα πάντα και σύντομα έγινα ο πρώτος μεταξύ πρώτων όλοι με συμβουλεύονταν για ημερομηνίες ταινιών κλπ, κλπ, κλπ. Έδινα πληροφορίες για ταινίες που είχα δει αλλά και για ταινίες που δεν είχα δει ας είναι καλά ο δάσκαλος εκεί που βρίσκεται. Έτσι λοιπόν ο Β. Ραφαηλίδης έσωσε πολλές φορές την κινηματογραφοφιλική μου αξιοπρέπεια και ένιωσα ένα τεράστιο κόρδωμα όταν ο δάσκαλος απευθυνόμενος στον Δ. Δανίκα μαθητή και αυτόν του Β. Ραφαηλίδη και που τότε έγραφε στην εφημερίδα εκείνης της περίεργης οργάνωσης που έχω προαναφέρει και που φαίνεται πολύ μας ταλαιπώρησε για να μην θέλουμε να αναφέρουμε ούτε το όνομά της σήμερα, του είπε πάρτον αυτόν στην εφημερίδα για βοηθό καλός είναι. Όμως η «μίμηση» του Β. Ραφαηλίδη και η δημιουργική έστω παπαγαλία μου δεν με οδήγησαν στην αγκάλη του Δ. Δανίκα, αλλά στην αναζήτηση του βαθιού και πνευματικού, στον έρωτα της ουσιαστικής γνώσης που χρόνια μετά από κείνες τις ενδιαφέρουσες μέρες βοήθησε στην απόκτηση του «χαρίσματος» της επιλογής έτσι ώστε να ξεκινάμε αυτή την στήλη με την κριτική της ταινίας Χειμωνιάτικος Σιρόκος για τους εξής λόγους:
Για να μπείτε και εσείς στην ατμόσφαιρα που είχαμε στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 που λέγαμε ποιος είναι επιτέλους αυτός ο Γιάντσο; Ερώτημα που παραμένει δυστυχώς δραματικά επίκαιρο και σήμερα.
Για να σας δημιουργηθεί η περιέργεια, ελπίζω, όπως και σε μας τότε, να δείτε πάση θυσία την ταινία όταν αυτό καταστεί εφικτό ή το καταστήσουμε εμείς εφικτό (αν δεν το καταλάβατε, έκκληση είναι να μας το προμηθεύσετε με έναν από τους πολλούς τρόπους που προσφέρει η μετανεωτερική εποχή μας που πολλά καλά έχει και ας λένε μερικοί).
Για να πληροφορηθείτε για το στυλ και την αισθητική του έργου του μεγάλου αυτού Ούγγρου δημιουργού που όμως έχει ξεχαστεί τόσο, που ούτε μια ταινία του δεν έχει κυκλοφορήσει σε DVD στην Ελλάδα ούτε μια μελέτη για το έργο του. Έτσι έχετε την ευκαιρία μέσα από το βαθύ κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη που ο ορισμός κριτική το στενεύει πολύ επικίνδυνα, να πάρετε μια γεύση για την πρωτοποριακή, μοναδική, ιδιόρρυθμη αισθητική του Μίκλος Γιάντσο που στην συγκεκριμένη ταινία που είναι δημιουργημένη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και στυλ όπως και οι υπόλοιπες και όπου χρησιμοποιεί ελάχιστα πλάνα σεκάνς (εδώ 12). Αντί για ένα βιβλίο μια κριτική θεώρηση του Βασίλη Ραφαηλίδη για έναν μεγάλο σκηνοθέτη δάσκαλο πολλών μεταξύ άλλων του δικού μας Αγγελόπουλου που ελπίζω να σας μπολιάσει με το μικρόβιο αναζήτησης κειμένων του η κειμένων για αυτόν, να τα μεταφράσετε και να τα δημοσιεύσετε στο Camera Stylo για να δώσουμε έτσι την ευκαιρία στους «αναγνώστες» με την νέα διευρυμένη έννοια, να έρθουν σε επαφή με το έργο του.
Με τέτοια ή παρόμοια «υποκειμενική» λογική θα επιλέγονται οι κριτικές του Βασίλη Ραφαηλίδη που θα «ανεβάζουμε» και που ελπίζουμε εκτός των άλλων να βοηθήσουν στην απόκτηση του απαραίτητου πνευματικού εξοπλισμού σε εκείνους τους νέους ανθρώπους που θα ήθελαν να ενταχθούν στην οικογένεια των εκκολαπτόμενων κριτικών και να «φοιτήσουν» στο Σχολείο της Κριτικής που το περιοδικό Camera Stylo φιλοδοξεί να στεγάζει.

Ιουλίου 7, 2008 at 5:27 μμ
μολις τελειωσα την κωμικοτραγικη ιστορια του νεοελληνικου κρατους.
Θαυμαζω τον πολιτισμο του ανθρωπου αυτου καθως και την ικανοτητα και θεληση να εκλαικευει πραγματα αγνωστα και δυσνοητα για μενα λιγο πριν.
ευχαριστω και στηριζω την προσπαθεια σας
Ιουλίου 13, 2008 at 9:22 μμ
Γιώργο και Ειρήνη συγνώμη που άργησα να απαντήσω, γιατί είχα κάποιες μέρες να μπω στο blog. Ευχαριστώ που γράψατε και για την στήριξη, αφού από ότι κατάλαβα είστε και εσείς συνοδοιπόροι. Θεωρούσα τον Βασίλη Ραφαηλίδη δάσκαλό μου και μου έχει κάνει άσχημη εντύπωση η κάποια λήθη στην οποία έχει πέσει παρόλη την προσφορά του όχι μόνο στον κινηματογράφο αλλά όπως πολύ σωστά επισημαίνεις και στον πολιτισμό γενικότερα. Γι αυτό δημιούργησα αυτό το site και ελπίζω σύντομα στον τομέα αυτό και γενικότερα, η βοήθειά σας και όποιων άλλων ενδιαφερθούν θα είναι πολύτιμη, να μπορέσουμε να επεκταθούμε σε όλο το έργο του και όχι μόνο το κινηματογραφικό. Αν κάτι σας κάνει εντύπωση από αυτά που διαβάζετε και δεν σας είναι κόπος στείλτε τα να τα ανεβάζουμε. Υπάρχει η σκέψη για την οργάνωση ενός φεστιβάλ με το όνομά του και το Σχολείο Κριτικής που ετοιμάζουμε θα ονομαστεί και αυτό Σχολείο Κριτικής Βασίλης Ραφαηλίδης. Γιάννης